215.215.1650 - 210.38.26.600

Oυροδόχου κύστεως

Oυροδόχου κύστεως

Καρκίνος της ουροδόχου κύστεως

Γενικά

Η ουροδόχος κύστη είναι ένα κοίλο όργανο ( μία κύστη- ένας ασκός) που βρίσκεται στο κατώτερο μέρος της πυέλου. Πίσω της βρίσκεται το τελικό τμήμα του παχέος εντέρου και ανάμεσα τους στις γυναίκες παρεμβάλλεται η μήτρα και το πάνω μέρος του κόλπου. Στην ουροδόχο κύστη, διαμέσου των ουρητήρων, μαζεύονται τα ούρα που παράγονται από τα νεφρά.

Η ουροδόχος κύστη είναι ένα ελαστικό (μυώδες) όργανο, που μπορεί να διαταθεί και να συσπασθεί. Όταν η ποσότητα των ούρων που συγκεντρώνονται στην κύστη αυξηθεί (φτάσει το 0,3 -0,5 του λίτρου) ο άνθρωπος αισθάνεται την ανάγκη να ουρήσει. Η απομάκρυνση των ούρων από την κύστη προς το περιβάλλον, γίνεται μέσω ενός λεπτού σωλήνα, της ουρήθρας, η οποία είναι κοντύτερη στις γυναίκες και μακρύτερη στους άνδρες, στους οποίους διέρχεται δια μέσου του προστάτη που βρίσκεται ακριβώς κάτω από την της ουροδόχο κύστη.

Χαρακτηριστικό της ουροδόχου κύστεως είναι το έντονο μυϊκό τοίχωμα. Το επιθήλιο (η έσω επιφάνεια της κύστεως) αποτελείται από κύτταρα που μπορούν να διασταλούν και είναι τοποθετημένα σε πολλές στιβάδες. Το επιθήλιο αυτό ονομάζεται ουροθήλιο.

Επιδημιολογικά

Ο καρκίνος της ουροδόχου κύστεως εμφανίζεται 3-4 φορές πιο συχνά στους άνδρες, απ’ ό,τι στις γυναίκες.

Είναι ο δεύτερος πιο συχνός καρκίνος του ουροποιητικού συστήματος και 9ος πιο συχνός καρκίνος διεθνώς.

Στην Ελλάδα η συχνότητα εμφάνισης του είναι πιο αυξημένη, αφού βρίσκεται στην 5η θέση όλων των καρκίνων, με σχεδόν 5.800 νέα περιστατικά κάθε χρόνο και αυτό αποδίδεται σε σημαντικό βαθμό στο κάπνισμα.

Παράγοντες κινδύνου

Στα ούρα συγκεντρώνονται όλες οι ουσίες που αποβάλλονται ως μη χρήσιμες για τον οργανισμό. Σε αυτές περιλαμβάνονται και ουσίες (χημικές ενώσεις) που έχουν σχετιστεί με τον καρκίνο. Η χρόνια συσσώρευση τέτοιων ουσιών δημιουργεί ευνοϊκές προϋποθέσεις για την εμφάνιση καρκίνου.

Ως παράγοντες κινδύνου έχουν εντοπιστεί:

  • Ο καπνός των τσιγάρων: Οι καρκινογόνες ουσίες που περιέχονται στο τσιγάρο θεωρούνται ως ο πιο σημαντικός παράγοντας κινδύνου ( που εξηγεί όπως προανάφερεθει και την αυξημένη συχνότητα εμφάνισης της νόσου στην Ελλάδα). Αυτό αφορά και το λεγόμενο ηλεκτρονικό τσιγάρο.
  • Η επαγγελματική έκθεση σε καρκινογόνες ουσίες. Αφορά κυρίως εργαζόμενους σε βαφεία, εγκαταστάσεις επεξεργασίας καπνού, εργαζόμενους με αλουμίνιο, στα κομμωτήρια, πετρελαικές βιομηχανίες κ.α
  • Η πόση ύδατος με υψηλή περιεκτικότητα σε αρσενικό ( και υπάρχουν περιοχές στην Ελλάδα όπου στις σχετικές μετρήσεις βρέθηκαν αυξημένες ποσότητες αυτής της ουσίας στο υπέδαφος)
  • Χρόνιες φλεγμονές. Η παραμονή επί πολλών ετών ουροκαθετήρα, η ακτινοθεραπεία στη περιοχή της πυέλου, η χημειοθεραπεία με κυκλοφωσφαμίδη, η υψηλή κατανάλωση κρέατος, η σχιστοσωμίαση ( η οποία αφορά κυρίως κατοίκους ή προερχόμενους από χώρες Αφρικής και Ασίας).
  • Οικογενειακή προδιάθεση. Έχει παρατηρηθεί να υπάρχει, αλλά αφορά κυρίως όσους καπνίζουν και αποδίδεται στο διαφορετικό τρόπο μεταβολισμό των καρκινογόνων συστατικών των τσιγάρων από άτομα με παρόμοια γενετικά χαρακτηριστικά .

Συμπτώματα

Αρχικά τα συμπτώματα που εμφανίζουν οι ασθενείς δεν είναι έντονα και αποδίδονται συχνά σε ουρολοίμωξη ή λιθίαση.

Συχνότερα συμπτώματα του καρκίνου της ουροδόχου κύστεως είναι:

  • Η αιματουρία ( εμφανής με άλλοτε εντονότερο και άλλοτε λιγότερο έντονο κόκκινο χρωματισμό των ούρων ή αφανής, που διαπιστώνεται στην εξέταση ούρων)
  • Ο πόνος κατά την ούρηση, και
  • Ο πόνος στην πύελο

Διάγνωση

Ασθενείς που προσέρχονται με συμπτώματα ύποπτα για καρκίνο της ουροδόχου κύστεως υποβάλλονται σε μία σειρά από εξετάσεις που περιλαμβάνουν:

  • Κυστεοσκόπηση και βιοψία, δηλ. τον οπτικό έλεγχο του εσωτερικού της ουροδόχου κύστεως, με ένα ειδικό λεπτό ενδοσκόπιο (κυστεοσκόπιο). Αν διαπιστωθεί μία ύποπτη βλάβη ο ουρολόγος μπορεί να πάρει δείγμα απ’ αυτήν για ιστολογική εξέταση.
  • Αξονική τομογραφία με σκιαγραφικό, με την οποία μπορεί να απεικονίσει όλο το ουροποιητικό σύστημα και να αναδειχθεί υπάρχουσα βλάβη στην ουροδόχο κύστη
  • Κυτταρολογική εξέταση ούρων. Με αυτήν ελέγχεται η ύπαρξη καρκινικών κυττάρων σε δείγμα ούρων
  • Μετά τη διάγνωση της νόσου, πραγματοποιούνται μια σειρά από απεικονιστικές εξετάσεις διαφόρων περιοχών του σώματος  για να διαπιστωθεί η ύπαρξη ή μη μεταστάσεων της.

Θεραπεία

Η θεραπεία προσαρμόζεται στο είδος, το στάδιο και την έκταση που καταλαμβάνει ο όγκος.

Οι πιο συχνοί τύποι καρκίνου είναι τα καρκινώματα του ουροθηλίου (περίπου το 90%) και πολύ πιο σπάνια τα πλακώδη-, τα αδενο-, τα νευροενδοκρινικά καρκινώματα και άλλοι πολύ πιο σπάνιοι τύποι. Ακόμα και σε κάθε τύπο υφίστανται επιμέρους υπότυποι.

Σημαντικό στην πρόγνωση και στη θεραπεία είναι  αν ο καρκίνος έχει διηθήσει (εισβάλει) ή όχι την μυική στιβάδα της κύστεως ή είναι περιορισμένος ακόμα στην εσωτερική στιβάδα κυττάρων ( στο ουροθήλιο).

Μικροί όγκοι με χαμηλό βαθμό κακοήθειας και καλά ιστολογικά χαρακτηριστικά (Θηλώματα και θηλώδη νεοπλάσματα ουροθηλίου με χαμηλό κακόηθες δυναμικό) μπορούν να αφαιρεθούνκαι  κατά την κυστεοσκόπηση ( Διουρηθρική εκτομή). Επανειλημμένες εκτομές μέσω της κυστεοσκόπησης μπορούν να χρειαστούν, εφόσον κάτι τέτοιο το κρίνει απαραίτητο ο θεράπων ιατρός.

Αν ο όγκος δεν είναι μεγάλος και δεν έχει διηθήσει σε βάθος την μυική στιβάδα, μπορεί να εκτελεστεί μερική κυστεκτομή ( αφαίρεση τμήματος της μύστεως που να περιέχει τον όγκο).

Σε επεμβάσεις που διατηρούν την κύστη υπάρχουν τεχνικές που επιτρέπουν τον καλύτερο εντοπισμό και αναγνώριση των εξωτερικών ορίων του όγκου, γεπνός που διευκούνει την αφαίρεση του χωρίς να παραμείνουν υπολείμματα.

Οι πιο τοπικά προχωρημένοι καρκίνοι αντιμετωπίζονται χειρουργικά με αφαίρεση της ουροδόχου κύστεως και δημιουργία μίας νέας κύστης από τμήμα του εντέρου.

Η χημειοθεραπεία, είτε χορηγειται τοπικά ( μέσα στην κύστη- ενδοκυστικά) σε επιφανειακούς όγκους, είτε συστηματικά και έχει βοηθήσει στο να περιορίσει τις υποτροπές και την εξάπλωση της νόσου. Μπορεί να χορηγηθεί ως συμπληρωματική θεραπεία μετά το χειρουργείο ( σε συνδυασμό ή όχι με ακτινοθεραπεία)  ή περιπτώσεις που κρίνονται ανεγχείρητες.

Η ακτινοθεραπεία αποτελεί επικουρική ( συμπληρωματική) θεραπεια σε περιπτώσεις μικρών όγκων για τους οποίους δεν χρειάστηκε να αφαιρεθεί η κύστη ή σε αδυναμία χειρουργικής επέμβασης. Συνδυάζεται με χημειοθεραπεία.

Η χορήγηση ανοσοθεραπείας, τοπικά η συστηματικά έχει ένδειξη στον καρκίνο της ουροδόχου κύστεως. Η παλαιότερη μέθοδος ( που δεν έχει εγκαταληφθεί) είναι η χορήγηση εξασθενημένου βακίλου φυματίωσης (BCG – βάκιλοςCalmette -Guérin  ) η οποία προκαλούσε αντίδραση του ανοσοποιητικού  με καλά αποτελέσματα σε επιφανειακούς καρκίνους ή στην πρόληψη της υποτροπής. Πρόσφατα έχουν προστεθεί στη θεραπευτική φαρέτρα ουσίες γνωστές ως αναστολείς των σημείων ελέγχου του ανοσοποιητικού, ουσίες που βοηθούν στην αναγνώριση των καρκινικών κυττάρων και καταστροφή του από το ανοσοποιητικό σύστημα. Τέτοιες ουσίες, όπως και ειδικά αντισώματα ( στοχευμένη θεραπεία) έχουν βρεί εφαρμογή στο καρκίνο της ουροδόχου κύστεως.

Πρώιμη Διάγνωση

Δεν είναι ως σήμερα εφικτή.

Πρόσφατα ανακοινώθηκε από το Διεθνή Οργανισμό για την Έρευνα στον Καρκίνο ανακοινώθηκε ότι κατέστει εφικτή η ανίχνευση σε δείγματα ούρων μίας μετάλλαξης σε ένα συγκεκριμένο γονίδιο το οποίο συνδέεται με τον καρκίνο της ουροδόχου κύστεως έως και 10 χρόνια πριν την εκδήλωση της νόσου. Αυτό γεννά ελπίδες για την πρώιμη ανίχνευση του καρκίνου της ουροδόχου κύστεως σε άτομα υψηλού κινδύνου ( όπως είναι οι μακροχρόνιοι καπνιστές ή οι εργαζόμενοι που έρχονται σε επαφή με καρκινογόνες ουσίες).

Ελληνική Αντικαρκινική Εταιρεία Hellenic Cancer Society
Ένας σύγχρονος και έγκυρος τρόπος επικοινωνίας μαζί μας. Για άμεση επικοινωνία με τους συνεργάτες μας καλέστε στο 215.215.1650